τέρμα

τέρμα
конец

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τέρμα" в других словарях:

  • τέρμα — end neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρμα — το, ΝΜΑ 1. το τελικό σημείο ή όριο χώρου ή χρόνου στο οποίο καταλήγει κανείς ή περατώνεται κάτι, τέλος, πέρας (α. «τέρμα οδού» β. «τέρμα τού καλοκαιριού» γ. «οἶσθα γὰρ εὖ περί τέρμαθ ἑλισσέμεν», Ομ. Ιλ. δ. «τέρμα κελεύθου διαμειψάμενος», Αισχύλ.… …   Dictionary of Greek

  • τέρμα — το, ατος 1. τελικό σημείο, τέλος: Τέρμα της πορείας. 2. τελικός σκοπός, προορισμός: Τέρμα των προσπαθειών μου. 3. η γραμμή όπου καταλήγει ο αγώνας δρόμου: Το τέρμα του αγώνα των 100 μ. 4. η εστία των τριών δοκών που φυλάγει ο τερματοφύλακας στο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τέρμα — [ тэрма] ουσ. о. конец, предел …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τέρμ' — τέρμα , τέρμα end neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερμάζω — [τέρμα] τερματίζω …   Dictionary of Greek

  • τερμάτων — τέρμα end neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρμασι — τέρμα end neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρμασιν — τέρμα end neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρματα — τέρμα end neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρματι — τέρμα end neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»